Ο καρκίνος του μαστού είναι μια πολυπαραγοντική νόσος που οφείλεται σε πολλά αίτια, τα οποία αλληλεπιδρούν με αδιευκρίνιστους τρόπους.

Στις περισσότερες περιπτώσεις η νόσος προσβάλλει γυναίκες με αρνητικό κληρονομικό ιστορικό.

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής κάνει ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη του συστηματικού προληπτικού ελέγχου της νόσου, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι σε παγκόσμια κλίμακα μία στις 11 γυναίκες θα αναπτύξει καρκίνο του μαστού κάποια στιγμή στη ζωή της.

Ο προληπτικός έλεγχος είναι ο σημαντικότερος τρόπος αποφυγής της νόσου αλλά και η απόλυτη ευαισθητοποίηση των γυναικών που θα πρέπει με την οποιαδήποτε αλλαγή στο μαστό τους να επισκεφτούν τον ειδικό μαστολόγο – χειρουργό μαστού.

Πράγματι σε όσο πιο πρωιμο στάδιο διαγνωστεί η νόσος, τόσο επηρεάζεται θετικά και η πρόγνωση. Έτσι σε μια νόσος Σταδίου Ι, η ίαση πλησιάζει το 100%, αντιστρόφως ανάλογα όμως μειώνονται τα ποσοστά ίασης όσο μεγαλώνει το στάδιο της νόσου.

 

Οι βασικότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι το φύλο και η ηλικία. Η νόσος «προτιμά» τις γυναίκες, ενώ όσο αυτές μεγαλώνουν τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να αναπτύξουν τη νόσο. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει κατατάξει σε υψηλότερη επικινδυνότητα τις συγκεκριμένες ομάδες γυναικών:
 
Γυναίκες με 1ου βαθμού συγγένεια με ασθενείς που εμφάνισαν τη νόσο πριν από την εμμηνόπαυση.

Επιβεβαιωμένη κληρονομική μετάλλαξη των γονιδίων BRCA1 ή BRCA2.

Γυναίκες πάσχουσες από άλλους καρκίνους (ωοθηκών, θυρεοειδούς, ενδομητρίου).

Γυναίκες με Ινοκυστική μαστοπάθεια και ιστολογικά επιβεβαιωμένες αλλοιώσεις υψηλής επικινδυνότητας.

Γυναίκες που εμφάνισαν καρκίνο στον ένα μαστό.

Άτεκνες γυναίκες άνω των 40 ετών.

Γυναίκες με αυξημένο δείκτη μάζας σώματος.

Γυναίκες με πρώιμη εμμηναρχή (πριν από την ηλικία των 12 χρόνων) και όψιμη εμμηνόπαυση (μετά τα 50 έτη).

Γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης ή που λαμβάνουν αντισυλληπτικά δισκία για περισσότερο από 3 έτη.

Εξωγενείς και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως ο τρόπος διατροφής, τα οινοπνευματώδη ποτά και το κάπνισμα.

Η έκθεση σε μεγάλες δόσεις ακτινοβολίας αποτελεί τεκμηριωμένο παράγοντα κινδύνου.

 

Σε γυναίκες υψηλού κινδύνου πρέπει ο ειδικός μαστολόγος να συστήσει μία εξατομικευμένη παρακολούθηση που μπορεί να περιλαμβάνει πιο συχνούς ελέγχους ή συμπληρωματικό γονιδιακό έλεγχο.
 
Πολλές γυναίκες στα πρώιμα στάδια της νόσου δεν έχουν κανένα σύμπτωμα και για το λόγο αυτό θα πρέπει όλες οι γυναίκες να υποβάλλονται σε τακτικούς, απεικονιστικούς ελέγχους –ανάλογα με την ηλικία και το ιατρικό, οικογενειακό ιστορικό.
Συγκεκριμένα :

 
20 ετών + κλινική εξέταση κάθε 3 χρόνια η και υπέρηχο μαστών

40 ετών 1η μαστογραφία αναφοράς η και υπέρηχο μαστών

40 -50 ετών μαστογραφία & κλινική εξέταση ετήσια

50 ετών + μαστογραφία ανά τριετία

 
Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να οδηγήσει στην διατήρηση του μαστού και στην ίαση στις περισσότερες των περιπτώσεων.

 

top