Άτυπη υπερπλασία των πόρων (ADH)
Πρόκειται για ένα παθολογοανατομικο εύρημα που ανιχνεύεται σε έλεγχο του μαζικού αδένα όταν η ασθενής υποβάλλεται σε βιοψία μιας δυσπλαστικής περιοχής του μαστού. Η οντότητα αυτή σχετίζεται με 2 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου μαστού. Ο κίνδυνος αυτός διπλασιάζεται όταν η αλλοίωση ανευρίσκεται σε γυναίκες με θετικό κληρονομικό ιστορικό καρκίνου μαστού.
Λοβιακό καρκίνωμα in situ ( LCIS )
Αυτή η οντότητα δεν θεωρείται κακοήθεια του μαστού, αλλά παράγοντας κινδύνου για ανάπτυξη κακοήθειας . Η πιθανότητας ανάπτυξης διηθητικού πορογενούς ή λοβιακού καρκίνου μαστού ανέρχεται το 15% στον μαστό που ανιχνεύτηκε, και 15% πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου στον αντίθετο μαστό μέσα στα επόμενα 30 χρόνια.
Συνήθως δεν χρειάζεται να αντιμετωπιστεί χειρουργικά, αλλά πάντα σχετίζεται με το υπόλοιπο ιστορικό της γυναίκας τόσο το ατομικό, όσο και το κληρονομικό, και χρήζει να ακολουθηθει στενά το χρονοδιάγραμμα παρακολούθησης που θα τους προταθεί.
Φυλλοειδής όγκος
Ο φυλλοειδής όγκος είναι ενας εξαιρετικά σπάνιος όγκος του μαστού. Αποτελεί το 0.3%-1.0% και συνήθως απαντάται σε γυναίκες ηλικίας 40-50 ετών. Κλινικά και απεικονιστικά μοιάζει με το ινοαδένωμα, όμως η χαρακτηριστική εκδήλωση του όγκου αυτού είναι ο γρήγορος ρυθμός ανάπτυξής του. Στο μεγαλύτερο ποσοστό έχει καλοήθη συμπεριφορά και η απλή εκτομή του επί υγιών ορίων, είναι αρκετή ως θεραπευτική αντιμετώπιση. Σε ποσοστό που κυμαίνεται από 20%-50% ο φυλλοειδής όγκος συνυπάρχει με στοιχεία σαρκώματος. Τόσο ο καλοήθης όσο και ο κακοήθης φυλλοειδής όγκος εγκυμονούν κίνδυνο τοπικής υποτροπής και η ασθενής τίθεται σε μια πιο συχνή κλινικοεργαστηριακή παρακολούθηση από εξειδικευμένο γιατρό.
Θηλώματα – Πολλαπλή Θηλωμάτωση
Τα θηλώματα στο 80% των περιπτώσεων αναπτύσσονται κεντρικά εντός κύριου γαλακτοφόρου πόρου όπισθεν της θηλής και στο 20% στο περιφερικό τμήμα του μαστού και μπορεί να είναι ψηλαφητά όταν εντοπίζονται σε μεγάλους, κυστικά διατεταμένους πόρους. Τα ενδοπορικά θηλώματα εμφανίζονται σε γυναίκες μέσης ηλικίας 40-50 ετών και η διάμετρός τους φτάνει σπανίως μέχρι και 2 – 3 εκατοστά.
Το κύριο κλινικό τους σύμπτωμα είναι το ορώδες (διαφανες) ή και αιμορραγικό έκκριμα από τη θηλή. Αυτό πρέπει να διαχωρίζεται από την κακοήθεια πίσω απ’τους πόρους της θηλής, η οποία εκδηλώνεται επίσης με αιμορραγικό έκκριμα, όπως το ενδοπορικό θηλώδες καρκίνωμα.
Στις διαγνωστικές εξετάσεις περιλαμβάνεται η κυτταρολογική εξέταση του ευρήματος και το υπερηχογράφημα μαστών, με ιδιαίτερη έμφαση πίσω από τη θηλή.
Οι θηλωματώδεις αλλοιώσεις εντάσσονται στις αλλοιώσεις υψηλής επικινδυνότητας και αναλυτικότερα, τα μονήρη θηλώματα έχουν 2 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο ενώ η περιφερική θηλωμάτωση εγκυμονεί 8 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου μαστού.
Ακτινωτή ουλή
Πρόκειται για καλοήθη πάθηση αγνώστου αιτιολογίας η οποία στη μαστογραφική της απεικόνιση θέτει την υποψία κακοήθειας και μόνο με τη χειρουργική αφαίρεση και βιοψία τίθεται η διαφορική διάγνωση.
Η σημαντικότητα της αλλοίωσης αυτής έγκειται στο ότι μπορεί να συνοδεύεται με την άτυπη επιθηλιακή υπερπλασία ή προδιηθητικό καρκίνο.

 

top